τιμᾶι

τιμᾶι
τῑμᾷ , τιμάω
honour
pres subj mp 2nd sg
τῑμᾷ , τιμάω
honour
pres ind mp 2nd sg (epic)
τῑμᾷ , τιμάω
honour
pres subj act 3rd sg
τῑμᾷ , τιμάω
honour
pres ind act 3rd sg (epic)
τῑμᾷ , τιμή
worship
fem dat sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • τιμαί — τῑμαί , τιμή worship fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • POETA — per excellentiam dictus Homerus, Athenaeo, l. 1. Dicaearcho in Vita Graeciae, Iustiniano, Institut. de Iur. G. Nat. Harpocrationi in Homeridae, Hesychio, Quintiliano, Institut. Orator. l. 8. c. 5. Senecae, Ep. 58. Aliis: cuius rei causam habes… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • XENIUS — Iuppiter sic dictus, quasi Hospitalis. Virg. l. 1. Aen. v. 735. Iuper, hospitibus nam te dare iura loquuntur. Meminit eius Suidas in voce Ξένιος ζεὺς. Julius Pollux Onomast. l. 1. c. 1. num. 23. Plut. l. de Exilio, Ξενίου Διος πολλαὶ τιμαὶ καὶ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βούθυτος — βούθυτος, ον (Α) 1. αυτός που προέρχεται από θυσία βοδιών («βούθυτος ηδονή», «βούθυτοι τιμαί») 2. εκείνος πάνω στον οποίο («βούθυτος ἑστία», «... ἐσχάρα») ή κατά τον οποίο («βούθυτον ἧμαρ», «βούθυτος ἡμέρα») γίνονται θυσίες βοδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • γάποτος — γάποτος, ον (Α) αυτός που τον πίνει η γη, που χύνεται στο χώμα και απορροφάται («γάποτοι τιμαί» οι νεκρικές χοές). [ΕΤΥΜΟΛ. < γη (δωρ. γα) + ποτος < πίνω] …   Dictionary of Greek

  • δημηγόρος — δημηγόρος, ον (Α) 1. αυτός που ταιριάζει σε δημόσιο ρήτορα 2. φρ. α) «τιμαὶ δημηγόροι» οι τιμές που αποδίδονται στον αγορητή β) «στροφαὶ δημηγόροι» σοφιστικά τεχνάσματα 3. το αρσ. ως ουσ. ο δημηγόρος ο δημαγωγός αγορητής. [ΕΤΥΜΟΛ. < δήμος +… …   Dictionary of Greek

  • επιτείνω — (AM ἐπιτείνω) [τείνω] 1. επαυξάνω, εντείνω, κάνω κάτι εντονότερο (α. «επέτεινε τις προσπάθειες» β. «ἔρωτας ἡ τῶν οἴνων πόσις ἐπιτείνει», Πλάτ.) αρχ. 1. εκτείνω πάνω από κάτι, απλώνω («οίκοδόμεε γέφυραν... ἐπιτείνεσκε δ’ ἐπ’ αὐτήν... ξύλα… …   Dictionary of Greek

  • θεόπομπος — Όνομα ιστορικών προσώπων της αρχαιότητας. 1. Βασιλιάς της Σπάρτης (720 675 π.Χ.). Ήταν γιος του Νίκανδρου, από το γένος των Ευρυπωντιδών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του σημειώθηκαν σοβαρά πολεμικά γεγονότα και σημαντικές μεταβολές στο… …   Dictionary of Greek

  • ισολύμπιος — ἰσολύμπιος, ον (Α) 1. όμοιος με αυτόν που απονέμεται στους Ολύμπιους θεούς, θείος («ἰσολύμπιοι τιμαί», Φίλ.) 2. (για αγώνες) όμοιος με τους Ολυμπιακούς αγώνες …   Dictionary of Greek

  • ξενοφόνος — ξενοφόνος, ιων. τ. ξεινοφόνος, ον (Α) 1. αυτός που φονεύει τους ξένους 2. φρ. «ξενοφόνοι τιμαί» τιμές που αποδίδονταν σε όσους φόνευαν ξένους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + ξεῖνος + φόνος (< φόνος < θείνω*), πρβλ. θηρο φόνος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”